Ο Μονόχειρος και ο Βαλιστής ή Γουρουνόψαρο είναι δύο ψάρια που συχνά συγχέονται από τους ερασιτέχνες ψαράδες.

Γράφει ο Γιώργος Ρωμανίδης – Κυριακίδης, μέλος της iSea και υπεύθυνος διαχείρισης δεδομένων του προγράμματος, Σε ξενίζει…Μοιράσου το μαζί μας!!!

Μονόχειρος

monoxeiras_isea

Ο Μονόχειρος με επιστημονική όνομασία Stephanolepis diaspros ανήκει στην Οικογένεια Monacanthidae. Η προέλευση του ψαριού είναι ο Δυτικός Ινδικός Ωκεανός από το Περσικό Κόλπο μέχρι την Ερυθρά θάλασσα. Όμως, εισήλθε μέσω της διώρυγας του Σουέζ στην Μεσόγειο Θάλασσα, για το σύστημα της οποίας θεωρείται ξενικό είδος. Πρώτη καταγραφή στην Μεσόγειο έγινε το 1927 στην Παλαιστίνη και ακολούθησαν καταγραφές στην Συρία, στην Κύπρο, στην Ρόδο κ.ά. Απαντάται στην Ελλάδα στο Ιόνιο Πέλαγος, νότιο και κεντρικό Αιγαίο και πιθανόν και στο βόρειο Αιγαίο Πέλαγος (ήδη στο πλαίσιο του προγράμματος της iSea Σε ξενίζει … Μοιράσου το μαζί μας!!!

Διαθέτουμε και πιο βόρειες καταγραφές όπως στην Αλόννησο και στην Χίο). O Μονόχειρος μπορεί να φτάσει τα 25cm, ενώ το συνηθισμένο μήκος κυμαίνεται από 7cm έως 15cm. Έχει συμπιεσμένο σώμα, το δέρμα του είναι τραχύ με μικροσκοπικά λέπια τα οποία έχουν εύθραυστα αγκάθια. Το πρώτο ραχιαίο πτερύγιο αποτελείται από μία σκληρή άκανθα, ακριβώς πάνω από τα μάτια. Η πρώτη ακτίνα του δεύτερου ραχιαίου πτερυγίου είναι πολύ μεγάλη και νηματοειδής ειδικά στα αρσενικά. Τα κοιλιακά πτερύγια είναι ελλιπώς αναπτυγμένα. Το χρώμα του μπορεί να είναι καφέ-πράσινο ή γκρι-πράσινο με σκούρα σημάδια. Τα ραχιαία και εδρικά πτερύγια είναι κίτρινα προς πορτοκαλί. Έχει μυτερό ρύγχος, μικρό στόμα και μυτερά δόντια. Ζει σε μικρές ομάδες σε παράκτια βραχώδη ενδιαιτήματα, τα οποία καλύπτονται από βλάστηση και λειμώνες Ποσειδωνίας. Τα νεαρά άτομα τρέφονται στην ανοικτή θάλασσα, σε αμμώδή ή λασπώδη-πηλώδη υποστρώματα ενώ τα ενήλικα τρέφονται με μεγάλη ποικιλία καρκινοειδών (ισόποδα, δεκάποδα, αμφίποδα και κοπήποδα), μαλακίων (δίθυρα, γαστερόποδα) και μερικές φορές με φύκια και φυτά. Σε στομαχικά περιεχόμενα έχουν βρεθεί απομεινάρια φυκών, εχινόδερμων, κοιλεντερόζωων και ψαριών, ενώ οργανισμοί όπως σπόγγοι, υδρόζωα, τρηματοφόρα και βρυόζωα αποτελούν επίσης την λεία του.

Βαλιστής

balisths_isea

Ο Βαλιστής ή Γουρουνόψαρο με επιστημονική ονομασία Balistes Capriscus ανήκει στην Οικογένεια Balistidae. Εμφανίζεται στον δυτικό Ατλαντικό Ωκεανό από την Νέα Σκωτία (Καναδάς), νοτιανατολικά προς τις Βερμούδες και την νότια Αργεντινή καθώς και στον Κόλπο του Μεξικού. Επίσης, απαντάται και στα παράκτια νερά της Φλόριντα. Επίσης έχει βρεθεί και στον ανατολικό Ατλαντικό Ωκεανό από την Αγγλία και την Ιρλανδία, νότια προς στην Αγκόλα και στην Μεσόγειο. Στην Μεσόγειο εισήλθε μέσω των στενών του Γιβραλτάρ και απαντάται σε όλη την ελληνική επικράτεια. Δεν θεωρείται ξενικό είδος. Ο Βαλιστής μπορεί να φτάσει τα 60cm, ενώ το συνηθισμένο μήκος του είναι τα 44cm. Το σώμα είναι πλευρικά συμπιεσμένο με σκληρό και τραχύ δέρμα. Στο πρώτο ραχιαίο πτερύγιο έχει τρεις άκανθες, με την πρώτη πιο σκληρή και πολύ μεγαλύτερη από τις άλλες δύο.

Ο Βαλιστής έχει 3 αχνές ακανόνιστες σκούρες γραμμές-ράβδους στο σώμα. Το άνω μέρος της τροχιάς του οφθαλμού είναι μπλε και υπάρχουν μερικές μικρές μπλε κηλίδες και γραμμές στα ραχιαία πτερύγια και τα πάνω μέρη του σώματος και μερικές φορές λευκές κουκίδες και ακανόνιστες γραμμές στα κάτω μέρη του σώματος. Οι εξωτερικές ακτίνες του ουραίου πτερυγίου του είναι επιμηκυμένες σε μεγαλύτερα άτομα. Το μικρό στόμα που μοιάζει με ράμφος έχει χαρακτηριστικά σαρκώδη χείλη που καταλήγουν σε αιχμηρά δόντια. Το κυρίαρχο χρώμα του είναι ανοιχτό γκρι, πράσινο-γκρι ή κίτρινο-καφέ. Ο Βαλιστής απαντάται σε κόλπους, σε λιμάνια, σε λιμνοθάλασσες και σε υφάλους σε ρηχά νερά και σε βραχώδη υποστρώματα. Οι προνύμφες του είδους, τρέφονται με φύκια, θυσανόποδα, υδροειδή και πολύχαιτους. Τα ενήλικα άτομα διαβιούν στον πυθμένα και είναι συνήθως μοναχικά ή ζουν σε μικρές ομάδες. Τρέφεται με μαλάκια και καρκινοειδή. Μερικά είδη διατροφής είναι οι γαρίδες, τα καβούρια, οι αχινοί, οι αστερίες, τα δίθυρα μαλάκια και τα αγγούρια της θάλασσας. Για την εύρεση της τροφής έχει παρατηρηθεί ότι εισπνέει νερό για να διαταραχθεί το υπόστρωμα και να αποκαλυφθούν εδώδιμα είδη. Συμπερασματικά, ο Μονόχειρος σε αντίθεση με τον Βαλιστή είναι ξενικό είδος. Το πρώτο ραχιαίο πτερύγιο του Μονόχειρου αποτελείται από μία σκληρή άκανθα, ενώ του Βαλιστή έχει τρεις άκανθες. Επιπλέον, στον Μονόχειρο η πρώτη ακτίνα του δεύτερου ραχιαίου πτερυγίου είναι πολύ μεγάλη και νηματοειδής, ενώ στον Βαλιστή οι εξωτερικές ακτίνες του ουραίου πτερυγίου του είναι επιμηκυμένες. Απαντώνται και τα δύο είδη σε βραχώδη υποστρώματα και τρέφονται κυρίως με καρκινοειδή και μαλάκια και ως αποτέλεσμα να υπάρχει πιθανός ανταγωνισμός στην τροφή και στον χώρο. Ο Μονόχειρος ως ξενικό είδος πιθανόν να έχει επίδραση στην τοπική ιχθυοπανίδα της λεκάνης της ανατολικής Μεσογείου καθώς δεν θεωρείται εμπορικό είδος και απορρίπτεται. Ο Βαλιστής καταναλώνεται κυρίως νωπός, καπνιστός και παστός και έχει εξαιρετικής ποιότητας σάρκα.

banner_iSea