Παράξενες Θαλασσινές Ιστορίες

Ετούτο εδώ δεν θα είναι ένα τεχνικό άρθρο. Θα είναι μια αφήγηση πιο πολύ. Υπάρχουν ορισμένες ιστορίες που ειπώθηκαν και αξίζει να μαθευτούν παρακάτω για να μη ξεχαστούν. Οι λαογράφοι κάτι τέτοιες ιστορίες τις θεωρούν θησαυρό, άλλοι τις θεωρούν ανοησίες και ψέματα, θρύλους που τους λένε κάτι αλαφροΐσκιωτοι παππούδες. Όλοι μας όμως, μα όλοι μας, διασκεδάζουμε αφάνταστα ακούγοντάς παρόμοια πράγματα. Φτάνει να βρεθεί ο κατάλληλος άνθρωπος να μας μπάσει στην ιστορία, ο κατάλληλος τελεστής.


Είμαστε είδος που πλάθει και μισεί ή χαίρεται τον κόσμο μέσα από λέξεις. Ανοίξτε λοιπόν τα αυτιά σας και τα μάτια σας και μάθετε σήμερα ορισμένες παράξενες ιστορίες της θάλασσας έτσι όπως τις άκουσα κι εγώ, μέσες άκρες, όπως τις μάζεψα με μαγνητοφωνήσεις και σημειώσεις σε διάφορα νησιά του Αιγαίου στα ταξίδια μου. Σας τις παραδίδω δίχως την αξίωση του σπουδαίου αφηγητή. Απλά με την ευχή να σας κάνουν να διασκεδάσετε, να ψάξετε και όταν βρεθείτε σε ωραίο παρεάκι στην κατάλληλη στιγμή να πάρετε όσα στοιχεία σας κάνουν και να αφηγηθείτε με τη σειρά σας, με τη δική σας μαεστρία. Άλλωστε όλοι οι ψαράδες είμαστε και από λίγο…παραμυθάδες!

istoria1istories_11
Η ιστορία αυτή συνέβη στην Κάλυμνο, στο περίφημο νησί των σφουγγαράδων. Εκεί στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Μου την είπαν, τώρα ψέματα ή αλήθεια δεν ξέρω. Ένας ψαράς είχε διπλαρώσει σ’ έναν απάνεμο μόλο και ξεψάριζε τα δίχτυα του. Σε κάποια στιγμή, πλακωμένο κάτω από τον «μπόγο», βρήκε έναν μικρό ροφό. Το ψάρι για κάποιον λόγο ήταν ακόμα ζωντανό. Παραζαλισμένο, μα ζωντανό. Το πήρε ο ψαράς και το έριξε σε έναν κουβά με νερό. Ούτε και εκείνος ήξερε γιατί. Στον μόλο υπήρχαν κάτι μπλόκια που παλιότερα, στον πόλεμο, τα χρησιμοποιούσαν για να σέρνουν στη στεριά τα φορτία. Φανταστείτε πως με τον καιρό οι κατασκευές αυτές είχαν φθαρεί και είχαν απομείνει κάτι σαν τσιμεντένιες γούρνες που επικοινωνούσαν με την θάλασσα σαν πέρασμα. Τελοσπάντων. Ο ψαράς φεύγοντας άδειασε τον κουβά με τον ροφό μαζί και ένα δυο άλλα μικρόψαρα μέσα σε ένα μπλόκι που ήταν φραγμένο και που γέμιζε και άδειαζε με το κύμα ή την παλίρροια. Το επόμενο πρωί γυρνώντας στη βάρκα του είδε πως τα μικρόψαρα έλειπαν μα ο μικρός ροφός ήταν εκεί, είχε ξεζαλιστεί και μάλλον είχε φάει τα άλλα ψάρια. Για να μην τα πολυλογούμε, έγινε συνήθειο. Ο ψαράς έφερνε φαγητό στον ροφό που μεγάλωνε μέσα στο μπλόκι.


Το πήραν χαμπάρι οι άλλοι ψαράδες, του έφερναν και αυτοί ζωντανά μικρόψαρα και έκαναν χάζι να τον βλέπουν να τα καταπίνει. Είχε βρει και μια τρύπα στο μπλόκι και κρυβόταν. Πάνω στο καλαμπούρι μεταξύ τους, οι ψαράδες είπαν να του βγάλουν όνομα. Και τον ονόμασαν Γιάννη. Δεν ξεχνούσαν να του φέρνουν μικρόψαρα και μάλιστα, λένε, του Γιάννη του άρεσαν ιδιαίτερα οι μοσχιοί, τα μικρά αυτά χταπόδια. Σε κάποια φάση μάλιστα κάτι πιτσιρίκια είχαν πάρει χαμπάρι το κατοικίδιο των ψαράδων και του έφερναν αποφάγια από το σπίτι. Ο Γιάννης είχε γίνει τετράπαχος και πασίγνωστος.

Kalymnos island, Greece
Πήγαινες στο μπλόκι, χτυπούσες το χέρι σου στην επιφάνεια της θάλασσας και ερχόταν να δει τι θα τον κεράσεις. Ατραξιόν ο κυρ-Γιάννης! Σε μια μεγάλη όμως παλίρροια και φουσκωθαλασσιά, τον έχασαν. Φαίνεται βρήκε τρόπο και γλίστρησε στη μεγάλη θάλασσα. Οι ψαράδες δεν στεναχωρήθηκαν, τι να γίνει, ο Γιάννης πήρε το δρόμο του. Να όμως που δυο μέρες μετά φάνηκε ο ροφός στο μώλο να βγάζει το κεφάλι του στην επιφάνεια σαν κεφαλόπουλο και να ζητάει φαγητό! Βούιξε ο τόπος πως είχε γυρίσει ο Γιάννης. Μάλιστα πάνω στην πλάκα και τη χαρά είπαν να κάνουν τους γάμους του Γιάννη (άλλο που δεν ήθελαν οι ψαράδες αφορμή για ένα ακόμα μεθύσι). Μαζεύτηκαν λοιπόν πάνω στην πλάκα, «να τον παντρέψουν» και να κάνουν γλέντι. Πολλοί ψαράδες θυμούνται πως μέχρι και βιολί και λαούτο βρέθηκε και έγινε στο μόλο εκείνο το βράδυ χαμός. Περνούσε ο κόσμος, ρωτούσε τι έγινε, έλεγαν «παντρεύουμε τον Γιάννη» και δώστου γλέντι και χορό. Ο Γιάννης πρέπει να είχε φτάσει τα σαράντα κιλά και μάλιστα λένε πως ένας ιχθυολόγος ήρθε και τον μελέτησε.

istoriew-12
Όμως ο άνθρωπος πολλές φορές είναι σκληρός και οι πράξεις του άνομες. Μια μέρα μπήκε στο λιμάνι ένας ψαροτουφεκάς με μπουκάλες, σε παράνομο νυχτερινό ψαροτούφεκο. Τα έκαναν αυτά, τους θυμάμαι κι εγώ, δεν είχαν ιερό και όσιο και δεν φοβόντουσαν ούτε λιμενικά ούτε τίποτα. Ο ψαροτουφεκάς ήταν «επαγγελματίας» από κοντινό νησί και δεν ήξερε για τον Γιάννη. Τον βρήκε όμως, αγαθό ζωντανό που ούτε καν έκανε να ξεφύγει αλλά αντίθετα, συνηθισμένος στην ανθρώπινη παρουσία, πλησίασε αυτόν που σε λίγο θα τον σκότωνε. Και αυτό ήταν το τέλος του. Την άλλη μέρα στην ιχθυόσκαλα της Καλύμνου σε έναν πάγκο ήταν ο Γιάννης και τον πουλούσαν με το κομμάτι. Όταν το έμαθαν οι ψαράδες του μόλου έγινε χαμός. Ξέσπασε μεγάλος καυγάς να βρεθεί ο αίτιος του «φονικού». Ο ψαροτουφεκάς εκδιώχθηκε κακήν κακώς από το νησί. Ο Γιάννης όμως δεν υπήρχε πια. Υπάρχει όμως η ιστορία του που μας διδάσκει πως τελικά δεν έχουμε να χωρίσουμε κάτι με κανένα ζωντανό πλάσμα, ίσως μόνο θα πρέπει να σκεφτούμε μεταξύ μας πως θα βρούμε τις λύσεις…


istories2istories_14
Το όνομά του ήταν μαστρο-Φίλιππας και έμεινε γνωστός σαν ένας από τους πιο αυθεντικούς και σπουδαίους ψαράδες. Φορούσε πάντα ένα άσπρο, ψάθινο καπέλο και από αυτό τον καταλάβαινε κανείς από μακριά. Πάντα ψάρευε με καλάμι απίκο, είχε κοντά του μικρά κουβαδάκια και μέσα τους σε τάξη τα δολώματα, τις πετονιές, μια πετσέτα για τα χέρια, λίγο νερό. Ακίνητος για ώρες πολλές στην ίδια στάση, έκανε τους πάντες να θαυμάζουν για το πόσο ατάραχος και προσηλωμένος ήταν στο ψάρεμα. Οι κουβέντες του ήταν λίγες, αν και ποτέ δε σε έκανε να νιώθεις ακάλεστος ή ανεπιθύμητος. Όσοι τον συναντούσαν ήθελαν να ανταλλάξουν μαζί του λίγες λέξεις, να του κλέψουν κανένα μυστικό ψαρέματος. Εκείνος ποτέ δεν αρνήθηκε την παρέα του, πότε δεν έδειχνε να ενοχλείται, και πάντα με ένα χαμόγελο κάτω από το άσπρο του μουστάκι έλεγε την «καλημέρα», τη συμβουλή, το αστείο. Πότε δεν έχω ακούσει τη φωνή του να υψώνεται πάνω από μια ένταση, ό,τι και να έλεγε. Στα τελευταία του, όταν τον ρώτησα για τη μόλυνση και για το πόσο έχουν λιγοστέψει τα ψάρια στο Αιγαίο, εκείνος απάντησε, «είναι δύσκολο να σκοτώσεις τη θάλασσα. Ακόμα δεν πέθανε. Απλά έχει κλειστεί στον εαυτό της γιατί την ενοχλούμε».

istories_13
Καθώς ο μαστρο-Φίλιππας ήταν παππούς του καλύτερού μου φίλου, είχα την τύχη να τον ζήσω από κοντά. Πριν ξεκινήσει το ψάρεμά του, έπρεπε να καθαρίσει την ακτή, ή έστω το μέρος όπου θα καθόταν. Μας έβαζε να τον βοηθήσουμε και μετά στο γυρισμό ρίχναμε τα σκουπίδια σε κάποιον κάδο. Μια μέρα ο φίλος μου γκρίνιαξε, «παππού ανάγκη είναι να μαζεύουμε σκουπίδια πρωί-πρωί;». Ο μαστρο-Φίλιππας απάντησε «ναι, είναι ανάγκη να ξελαφρώσουμε τη θάλασσα από τα βάρη που της ρίχνουμε κάθε μέρα. Εκείνη θα μας ξελαφρώσει την καρδιά καθώς ψαρεύουμε, να μην της κάνουμε και εμείς ένα καλό;». Ήμασταν πολύ μικροί για να καταλάβουμε, κάτι μέσα μας όμως είχε πιάσει το νόημα. Άλλη μια φορά πέσαμε πάνω σε κοπάδι μαγιάτικα. Ο μαστρο-Φίλιππας έλεγε πως για να πιάσεις πολλά ψάρια, πρέπει να αλλάζεις συχνά μέρος, μα πως, για να πιάσεις μεγάλο ψάρι, πρέπει να περάσεις όλο το ψάρεμά σου σε ένα μόνο μέρος. Εμείς όταν καταλάβαμε πως από κάτω μας είχε μαζευτεί κοπάδι, κάναμε σαν τους τρελούς. Πιάσαμε στα γρήγορα δυο μεγάλα ψαριά. Τρέχαμε πέρα – δώθε να δολώσουμε τις ζωντανές γόπες, μπερδεύαμε τις πετονιές μας, ρίχναμε όπως-όπως, είχαμε σαστίσει. Αλήθεια, ήταν το 1994 κι όμως υπήρχε ακόμα πλούτος που δεν τον πιστεύουν όσοι από εμάς ψαρεύουμε σήμερα. Μαγιάτικα κάτω από τα πόδια μας!

istories_15
Βγάλαμε άλλα δυο, ο μαστρο-Φίλιππας ακίνητος λες και δεν είχε συμβεί τίποτα, βαστούσε το καλάμι του και κοιτούσε τα νερά. Ο φίλος μου από τη βιασύνη του έριξε την πετονιά του στη θάλασσα και φώναζε δυνατά τι άτυχος που ήταν. Εκείνη τη στιγμή το καλάμι του μαστρο-Φίλιππα λύγισε. Θυμάμαι καλά το πόσο πάλεψε για βγάλει αυτό το μαγιάτικο. Ο ήρεμος μαστρο-Φίλιππας έσφιγγε τα δόντια και πάλευε. Έβγαλε ένα ψάρι απίστευτο. Πραγματικά απίστευτο. Πώς το άντεξε το παλιό καλάμι του τόσο βάρος; Ήταν μεγάλη η τέχνη του. Το κούρασε και το έφερε κοντά, κατέβηκε λίγα σκαλοπάτια που έδιναν στο μόλο και το έβγαλε. Χωρίς να μιλήσει, πήρε το ψάρι, το ξαγκίστρωσε, το χαϊδεψε και με τα δυο του χέρια, τόσο βαρύ ήταν, το έριξε πάλι μέσα στη θάλασσα. Εμείς οι μικροί είχαμε μείνει άφωνοι. Πώς μπόρεσε να το κάνει αυτό; Εμείς θα το κρατούσαμε και θα το δείχναμε σε γνωστούς και αγνώστους! Ποτέ δε μας εξήγησε γιατί το έκανε, μα κάτι μέσα μας πάλι έμεινε, κάτι γλυκό και όμορφο. Ο μαστρο-Φίλιππας μόλις πέταξε το ψάρι στη θάλασσα, μάζεψε τα πράγματά του και μας είπε να πηγαίνουμε. «Πιάσαμε ήδη δυο, καλά είναι», είπε. Το άλλο πρωί ήταν πάλι στη γνωστή του θέση.

bound_to_the_sea_by_kitsune_seven-d4irimt
Αυτός λοιπόν ο σοβαρός άνθρωπος με λίγες λέξεις μας είχε πει μιαν ανατριχιαστική ιστορία. Ένα βράδυ είχε ρίξει πορφυρωτά για τσιπούρες με χοντρά πεταχτάρια. Οι τσιπούρες τότε γινόταν μέχρι και 4-5 κιλά, κάτι πολύ όμορφα ψάρια. Ήταν απόλυτη ησυχία, δίχως κύμα, μια μέρα όχι καλή για ψάρεμα μα τόσο γαλήνια που ο μαστρο-Φίλιππας δεν είχε καρδιά να σηκωθεί να φύγει. Περασμένα μεσάνυχτα ένα από τα πεταχτάρια τεντώθηκε, πήρε το πετραδάκι που είχε για σήμανση στην άκρη. Αν δεν το είχε προλάβει μαστρο-Φίλιππας το πεταχτάρι θα έπεφτε μέσα. Φοβερό και βίαιο χτύπημα. Μόλις πήρε στα χέρια του τη πετονιά για να φέρει πάνω το ψάρι, κατάλαβε πως είχε να κάνει με κάτι ασυνήθιστο. Κουράστηκε πολύ να το φέρει, με το χέρι λεβάροντας και αμολώντας το παράξενο θήραμα στα κεφάλια που έκανε. Και όταν το απόχιασε και το τράβηξε κάτι απροσδόκητο συνέβη. Δεν ξέρω πώς να μεταφέρω τα λόγια του. Μόνο να πω ότι ποτέ αυτός ο άνθρωπος δεν χαζολογούσε, δεν ήθελε να εντυπωσιάσει με ψέματα. Μετρημένος πάντοτε. Μας είπε μόνο : «Όταν έβγαλα πάνω το ψάρι το άκουσα να κλαίει σαν μωρό. Στο σκοτάδι το κοίταξα και είχε σαν ανθρώπινο πρόσωπο. Μα η φωνή του ήταν κλάμα μωρού».

fish_by_photoshopismykung_fu-d5f4h74
Εμείς που ήμασταν παιδιά και ακούγαμε την ιστορία, παγώναμε από το φόβο, ειδικά όταν μα την έλεγε το βράδυ στο σκοτεινό ψάρεμα. Για να μας καθησυχάσει κάπως συνέχιζε να αφηγείται. «Δεν το ξαγκίστρωσα καν. Πέταξα απόχη και πεταχτάρι και τα πάντα μέσα στο νερό με μια κλωτσιά. Τώρα που το σκέφτομαι ίσως έκανα λάθος. Το καπώνι όταν είναι μεγάλο κάνει ήχους παράξενους αν ψαρευτεί. Έχει και κακοσούσουμη φάτσα που μέσα στο σκοτάδι μπορεί να περάσει για ανθρώπινη. Το ίδιο και το «διαβολόψαρο», ένα σελάχι που η κοιλιά του είναι σαν σκυθρωπό ανθρώπινο πρόσωπο». Μια μέρα ο φίλος μου τον ρώτησε. «Παππού, μήπως εκείνο το πλάσμα εκείνο το βράδυ ήταν μωρό γοργόνας;» Ο μαστρο-Φίλιππας ξέσπασε σε γέλια. Δεν είπε όμως ούτε ναι, ούτε όχι.


istories3St__Elmo__s_Fire_by_PeterPawn

Οι ναυτικοί στα νησιά πολλές φορές ταξιδεύουν και τους πιάνει βροχή. Πολλές φορές όταν τα σύννεφα είναι χαμηλά συμβαίνει κάτι παράξενο. Έρχονται, λένε, τα τελώνια της θάλασσας. Ένας ψαράς που παλιότερα ψάρευε τούνες μου είπε την ιστορία. Είχε καταιγίδα, φυσούσε άσχημος νοτιάς, όλη η πλάση πάνω και κάτω, ουρανός και θάλασσα είχαν γκρίζο χρώμα. Και τότε στο μεσιανό κατάρτι του καϊκιού είδε τα τελώνια. Κάτι πράσινες φωτιές που έτρεχαν από το κατάρτι, πηδούσαν παντού και έγλειφαν όλο το πλοίο και σε λίγο μπορούσε να τις δει ακόμα και πάνω στα χέρια του. Τρομοκρατήθηκε μα ήρθε στο νου του η παλιά συνταγή που είχε ακούσει από τους παππούδες του. Άρχισε να χτυπάει με δύναμη έναν μεταλλικό κουβά και να ουρλιάζει. Τα τελώνια εξαφανίστηκαν μετά από λίγο. Θα μπορούσε κανείς να τον πει τρελό μα αυτό που διηγείται έχει βάση, και έχει αναφερθεί πάμπολλες φορές. Είναι στατικός ηλεκτρισμός της καταιγίδας, ένα φαινόμενο γνωστό και ως «Φωτιά του Αγίου Έλμο» το οποίο αναφέρεται ήδη από την εποχή των Ομηρικών Ύμνων (https://en.wikipedia.org/wiki/St._Elmo%27s_fire).

istories17
Ένας άλλος κίνδυνος της θάλασσας, ένα φαινόμενο που έχει προσωποποιηθεί σε πλάσμα είναι αυτό που στα Δωδεκάνησα είναι γνωστό και ως «Θρούμπα». Τοπικός ανεμοστρόβιλος. Λένε πως οι «θρούμπες» έχουν καρδιά που πρέπει ο ναυτικός να «κόψει». Ειδαλλιώς η θρούμπα «ξέρει» που είναι το πλεούμενο και πως πάντοτε στην ανοιχτή θάλασσα βάζει στόχο να το καταστρέψει. Μια είναι η λύση. Ο ναυτικός πρέπει να πάει στη πλώρη όπως είχε κάνει και ο Γ.Χ. που μου είπε την ιστορία, ήδη ετών 87. Στην πλώρη γονατίζει και με μαυρομάνικο μαχαίρι σκαλίζει μια πεντάλφα. Στη μέση της θα πρέπει να καρφώσει το μαχαίρι ενώ την ίδια στιγμή πρέπει να απαγγέλει τις πρώτες αράδες από το κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο «Εν αρχή ην ο Λόγος και ο Λόγος ην προς τον Θεόν και Θεός ην ο Λόγος».


istories4istories_18

Διαδεδομένη επίσης είναι η ιστορία του Κουτεντέ. Τον έβλεπαν λέει, οι Συμιακοί και οι Χαλκιώτες σφουγγαράδες στα γκρεμνά της Μπιγκάζας να κοιτάζει τα πλοία από ψηλά. Ένας κοντός, λερωμένος, μαλλιαρός και με γαμψά νύχια ανθρωπάκος. Φώναζε από ψηλά ρωτώντας «Ζει της Μαρίας ο γιός;» (εννοώντας ο Χριστός). Οι σφουγγαράδες απαντούσαν «Ζει». Και τότε ο Κουτεντές γκρεμιζόταν στη θάλασσα να σκοτωθεί αλλά ποτέ δεν τα κατάφερνε. Όσο ψηλά και αν ήταν, όπου και να έπεφτε, δεν πέθαινε γιατί ήταν καταραμένος. Γιατί άραγε; Υπήρχαν δυο εκδοχές. Ο Κουτεντές ήταν λέει, εκείνος ο παραλυτικός τον οποίο είχε θεραπεύσει ο Χριστός. Όμως όταν είχαν συλλάβει τον Χριστό, παραδίδει η αφήγηση, ο πρώτος που του έριξε χαστούκι ήταν ο ίδιος. Έτσι παρέβη την κουβέντα που του είχε πει ο ευεργέτης του, σαν προφητεία, να μην αμαρτάνει ξανά. Μια πολύ ιδιαίτερη κατάρα έπεσε πάνω στον αχάριστο. Να μην πεθάνει ποτέ μέχρι την Δευτέρα Παρουσία. Ο Κουτεντές από τότε γυρνάει μετανοιωμένος και ρωτάει αν «ζει της Μαρίας ο γιός» αν δηλαδή έχει ξανάρθει στη γη ο Χριστός για να κρίνει τον Κόσμο. Οι ψαράδες απαντούν «ναι» όμως έχουν κατά νου πως ο Χριστός δεν έχει πεθάνει ποτέ στην ουσία. Ο Κουτεντές όμως άλλο καταλαβαίνει και έτσι πέφτει να αυτοκτονήσει για να γλιτώσει από το μαρτύριο της απέθαντης ζωής, όμως μάταια. Πολλές παραλλαγές του θρύλου υπάρχουν. Ακούστε και ένα τραγούδι εδώ από τη Μάρθα Φριντζήλα που κρατάει την ιστορία ζωντανή :

Άλλοι βέβαια λένε πως ο απέθαντος Κουτεντές δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον Ιούδα. Σε πολλά νησιά του Αιγαίου αλλά και άλλα μέρη της Ελλάδας ο θρύλος του Ιούδα συγχέεται με αυτόν του Οιδίποδα των αρχαίων -πιο πρόσφατα αποτυπώνεται αυτό το αφηγηματικό παρακλάδι στο μυθιστόρημα της Ρέας Γαλανάκη, «Φωτιές του Ιούδα, στάχτες του Οιδίποδα» από τις εκδόσεις «Καστανιώτη». Ο Ιούδας πήγε να κρεμαστεί, λέει η παράδοση, αλλά κανένα δέντρο δεν τον δεχόταν. Τελικά η συκιά δέχτηκε να κρεμαστεί πάνω στα κλαδιά της (το δέντρο που είχε καταραστεί ο Χριστός για όσους θυμούνται). Πήγαν να τον θάψουν αλλά η γης τον ξερνούσε και δεν τον δεχόταν. Ζωντάνεψε ο Ιούδας και γυρνάει και περιμένει την Δευτέρα Παρουσία μήπως τον συγχωρέσει τότε ο Χριστός. Αυτός είναι ο Κουτεντές λέει μια παράδοση.

istories_20
Ένας γέρος καπετάνιος μου ψιθύρισε μια νύχτα την εξής φρικτή εκδοχή. Ο Ιούδας δεν δέχτηκε την πρώτη Θεία Κοινωνία στον Μυστικό Δείπνο. Ο Χριστός του είχε δώσει το ψωμί και το κρασί (το σώμα και το αίμα) αλλά εκείνος δεν το δέχτηκε γιατί αυτό θα ήταν σημάδι ότι θα τον προδώσει. Όταν όμως όλα τέλειωσαν και ούτε η γης δεν δεχόταν να βάλει μέσα τον Ιούδα εκείνος σηκώθηκε σαν απέθαντο πλάσμα γυρνά τον κόσμο και τι ζητάει; Σώμα και αίμα για να αντικαταστήσει αυτό που έχασε. Έτσι τρώει σάρκες και πίνει αίμα ανθρώπινο με άσβεστη πείνα και με άσβεστες τύψεις. Ο Ιούδας έχει όλα τα χαρακτηριστικά του πρώτου αυθεντικού βρικόλακα!

Αυτά για την ώρα. Ψέματα και αλήθειες, ο νους μας σαν την θάλασσα κρύβει και φανερώνει πολλά. Θα γυρίσουμε ξανά στο θέμα με ιστορίες ακόμα πιο παράξενες, όλες τους ειπωμένες από θαλασσινούς ή σχετικές με την αγαπημένη υγρή έκταση. Θα πούμε για το Γιούσουρι, για τα δελφίνια της Μπαρμπαριάς, για την Αχελώνα και για άλλα παράξενα πλάσματα, αστεία ή τρομακτικά. Μέχρι τότε, καλά ψαρέματα και καλές παρέες…

Categories: Editorial, Διάφορα

About Author

Γιώργος Τυρίκος-Εργάς

Ο Τυρίκος Εργάς Γιώργος έχει γεννηθεί στην Κάλυμνο το 1982. Από τότε που θυμάται τον εαυτό του το πάθος του ήταν τα βιβλία και το ψάρεμα. Έχει σπουδάσει Αιγυπτιακά Ιερογλυφικά, Ασσυριολογία και Συγκριτική Γραμματολογία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό (Παν. Κύπρου, Notre Dame, Σορβώννη-Paris 3) και είναι διδάκτορας Λαογραφίας του Παν/μιου Ιωαννίνων. Πρόσφατα ανέλαβε Research Assisant στο Τμήμα Ανθρωπολογίας του Παν/μου του Durham. Έχει γράψει πολλά βιβλία τα οποία αντλούν μεταξύ άλλων τη θεματική τους από τον κόσμο της θάλασσας και των ψαρεμάτων. Το μυθιστόρημα φαντασίας «Η Καινούρια Διαθήκη του Σμου» (εκδόσεις «Πατάκη») εξελίσσεται σε ένα ψαροχώρι που θυμίζει ελληνικό νησί : μάγοι, ψαράδες και φανταστικά πλάσματα συνυπάρχουν και φτιάχνουν αλλόκοτες καταστάσεις. Ανάμεσα στις διακρίσεις των έργων του ξεχωρίζει το τελευταίο του βιβλίο «Αυλητής και Παππουλάνθρωπος : Θρύλοι και Ξωτικά του Αιγαίου» (μαζί με τον Κ. Ζαφειρίου) το οποίο διακρίθηκε στον κατάλογο «White Ravens» της Διεθνούς Νεανικής Βιβλιοθήκης του Μονάχου ανάμεσα στα διακόσια σπουδαιότερα παγκοσμίως για το 2014.